Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Ένα κορίτσι από την Κρήτη




καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσοχή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας









           Μετά τον χωρισμό των γονέων μας, από το εργένικο πλέον σπίτι  μας πέρασαν διάφορες γυναίκες, άλλοτε με τον βάρβαρο τίτλο της υπηρέτριας κι άλλοτε  με τον μάλλον υποκριτικό και περισσότερο  κοινωνικά  αποδεκτό της οικονόμου. Τα καθήκοντά ους βέβαια ουσιαστικά δεν άλλαζαν, πλύσιμο, άπλωμα, σιδέρωμα, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, σφουγγάρισμα, ψώνια,  μαγείρεμα και
όλες οι άλλες εργασίες της νοικοκυράς σε μια εποχή χωρίς ηλεκτρικές συσκευές και σε ένα σπίτι με τρία αρσενικά, έναν μεγάλο, έναν έφηβο κι ένα παιδί, εμένα.
          Δεν ήταν κι εύκολο. Ούτε ο μπαμπάς ήταν εύκολος άνθρωπος,
ούτε φυσικά τα δυο αγρίμια του σπιτιού. Περνούσαν λοιπόν οι γυναίκες για κάποιες μέρες, κάποιες εβδομάδες, σπάνια μήνες, και δεν άφηναν απολύτως τίποτα  στη μνήμη του επτάχρονου παιδιού που ήμουν τότε. Ίσως μόνο ένα «ωχ, πoια είναι αυτή πάλι!» στην αρχή κι ένα «ε, καλά, πάει κι αυτή!» στο τέλος. Με μία και  μοναδική θριαμβευτική εξαίρεση, το κορίτσι από την Κρήτη.
          Οι ιδιαίτεροι δεσμοί των Κρητικών με τη Θεσσαλονίκη είχαν αρχίσει  με την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό το 1912 και τη μεταφορά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μονάδων της Κρητικής Χωροφυλακής για να τηρήσουν την
τάξη στην πολυεθνική πόλη και μήλον της έριδος όλων περίπου των λαών των Βαλκανίων.
           Τριάντα τόσα χρόνια αργότερα εμφανίστηκε και σύντομα εδραιώθηκε στο σπίτι μας η Κούλα, ένα κάπως παχουλό ωραίο κορίτσι που, όπως έμαθα αργότερα, είχε αδερφό χωροφύλακα και  στα δεκαεννιά του χρόνια είχε προλάβει να πάρει μια γερή γεύση από τη δυστυχία του κόσμου.  Η Κούλα εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο του βάθους και, με την καλή της καρδιά και την ικανότητά της, δεν άργησε να μας κερδίσει όλους και να αρχίσουμε να τη θεωρούμε  ως ένα δικό μας άνθρωπο και, κατά κάποιο τρόπο, μέλος πια της οικογένειάς μας.  Κάτι ανάλογο συνέβη  και  με τη   γειτονιά και τις κουτσομπόλες της, που έβλεπαν και άκουγαν τα πάντα και δεν παρέλειπαν να τα σχολιάσουν, ανταλλάσοντας πληροφορίες.
           Έτσι πέρασαν εκείνα τα φτωχικά χρόνια, κυρίως του δημοτικού  σχολείου  για μένα. Ο Γιώργος ήταν μονίμως εξαφανισμένος,  η Κούλα ψώνιζε και έκανε τις δουλειές του σπιτιού ενώ εγώ, όταν δεν έβγαινα  στη γειτονιά και τους φίλους μου,
έμενα κλεισμένος  στο υπνοδωμάτιό μας, διάβαζα στα γρήγορα τα μαθήματά μου και τον περισσότερο καιρό ήμουν βυθισμένοςσε διάφορα περιοδικά και αστυνομικά ή άλλα μυθιστορήματα και σε διάφορα παιχνίδια  που συνήθως επινοούσα και έπαιζα μόνος μου.
           Σίγουρα είχαμε βρει τον τρόπο να μην ενοχλούμε ο έναςτον   άλλο. Η Κούλα ήταν πολύ νέα για τη δω έστω και για μια στιγμή ως μητρική φιγούρα ενώ η απουσία της μητέρας μου ήταν μια ανοιχτή πληγή που  δεν άφηνε κανένα απολύτως περιθώριο για εναλλακτική παρουσία ή λύση. Ούτε καν από τις κατά διαστήματα απόπειρες του μπαμπά  να ξαναπαντρευτεί. Δεν ήξερα αν πράγματι το ήθελε ή αν έκανε απλώς τις τυπικές κινήσεις που υπαγόρευε η ανάγκη, μια και ήταν ολοφάνερο σε μένα, παρά τους θυμούς και τις φωνές του,  ότι η μητέρα μου παρέμενε πάντα στην καρδιά του.
           Αυτές τις υποψήφιες νύφες και κάποτε αρραβωνιαστικιές του μπαμπά εγώ τις έβλεπα εντελώς βαριεστημένα, κάτι σαν ανούσιο φαγητό που είσαι υποχρεωμένος να καταπιείς και ουδέποτε ένιωσα την παραμικρή συμπάθεια ή τρυφερότητα για κάποια από αυτές. Υποθέτω  ότι κι αυτές, από τη δική τους πλευρά  έβλεπαν την αδυναμία του μπαμπά σε μένα σαν εμπόδιο για τον πολυπόθητο γάμο και την αποκατάστασή τους.              
           Κάπως έτσι θα πρέπει να έφτασε ο μπαμπάς στα δώδεκά μου να με βάλει οικότροφο στο Κολλέγιο και κάπως έτσι ένα χρόνο νωρίτερα η μονιμότερη απ’ όλες αυτές, σε μια εκδρομή μας στη Νέα Κρήτη, με είχε παροτρύνει να πάω στα βαθιά σε μια άγνωστη θάλασσα, ενώ δεν είχα μάθει κολύμπι ακόμη και ο πατέρας μου ήταν μακριά μας. Είχα πέσει τότε σε μια μεγάλη λακκούβα  κι έκανα  απεγνωσμένες κινήσεις να σταθώ στην επιφάνεια, βγάζοντας μπουρμπουλήθρες,  ενώ εκείνη είχε αποστρέψει τους οφθαλμούς, λες και δεν μπορούσε να απλώσει το χεράκι της και να με κρατήσει. Εντάξει, τελικά είχα πατήσει κάπου και δεν πνίγηκα, και στον γυρισμό πολύ διστακτικά το είχα πει στην Κούλα, με την παράκληση να μην αναφέρει τίποτα στον πατέρα μου. Εκείνη, παρά την υπόσχεσή της, το είχε πει βέβαια και ίσως αυτή να ήταν η χαριστική βολή στον υποτίθεται επικείμενο γάμο τους. 
            Έτσι πέρασαν τα χρόνια.  Η Κούλα ήταν πάντα μαζί μας, στο σπίτι, στις εργάσιμες και τις αργίες, στις διασκεδάσεις και στις εξοχές. Το καλοκαίρι νοικιάζαμε ένα δωμάτιο σε σπίτι του χωριού στο Μπαξέ Τσιφλίκι ή Νέους Επιβάτες. Όλη την εβδομάδα ή Κούλα κι εγώ ήμασταν μόνοι μας ενώ το Σάββατο το απογευματάκι ερχόταν με το βαποράκι ο μπαμπάς  για να φύγει Κυριακή βράδυ
ή με το πρώτο νωρίς τη Δευτέρα το πρωί.   
         Φίλους δεν είχα βέβαια εκεί και το καλοκαίρι σήμαινε για μένα λίγα μπάνια, πολλή μοναξιά, και αφόρητη βαρεμάρα. Το πόσα περιοδικά διάβασα δεν περιγράφεται. Μάλιστα με είχαν δει  στη  θλίψη μου τα μεγαλύτερα από την Κούλα κορίτσια της οικογένειας  που μας φιλοξενούσε και μου έφεραν δέματα με
παλιά περιοδικά  από την αποθήκη τους. Αυτό ήταν μια πραγματική γιορτή για μένα. Πήγαινα και καμιά φορά στ’ αμπέλια με τον μεγάλο τους γιο ή βόλτα με το καϊκι τους. Η μοναξιά όμως μοναξιά. Εκτός από τις μέρες που είχε καταφέρει μια χρονιά να έρθει και να μείνει μαζί μας ο συμμαθητής και φίλος μου ο Λαζαράκης.
           Τα τέλη της δεκαετίας του σαράντα και οι αρχές της δεκαετίας του πενήντα ήταν  μια εποχή λιτότητας και στέρησης, όχι μόνο υλικής αλλά και πνευματικής και, βέβαια, ερωτικής. Αναπόφευκτα, ακόμη και για ένα σεμνό νέο κορίτσι σαν την Κούλα γίνονταν κατά διαστήματα από  μεγάλα ή μικρότερα πεινασμένα αρσενικά,  κάποια σχόλια σεξουαλικής φύσεως. Όταν έφτανε κάτι τέτοιο και στα δικά μου αυτιά ντρεπόμουν αφάνταστα και από τη συστολή της ηλικίας μου αλλά και από το άδικο του πράγματος.            
          Τελικά η Κούλα ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Φίλιππα  (αρσενική εκδοχή του ονόματος Φίλιππος), που εγώ δεν τον είχα δει   ποτέ αλλά θα πρέπει να ήταν καλό παλικάρι.  Δεν ξέρω πόσο αργότερα και με ποιον τρόπο, ο Φίλιππας, που ήταν κάργα αριστερός, την πήρε    και πήγαν να ζήσουν στην τότε Σοβιετική Ένωση. Τότε ήταν που χάθηκαν τα ίχνη της Κούλας.
           Περίπου τριανταπέντε χρόνια αργότερα και στη δική μου μέση ηλικία πλέον, ένα παράξενο τηλεφώνημα με αιφνιδίασε στο γραφείο της εταιρίας μελετών στην Κατούνη. Ήταν η Κούλα που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, έμενε στο σπίτι της αδερφής της κάπου κοντά στην παραλία και ήθελε πολύ να με δει. Συγκινήθηκα φυσικά και πήγα εκεί το ίδιο απόγευμα προς βράδυ.
           Συνάντησα  δυο πολύ ευγενικές και συμπαθητικές, μάλλον ηλικιωμένες πλέον γυναίκες, αγκαλιαστήκαμε με την Κούλα και είπαμε πολλά και διάφορα από τα παλιά και μερικά από τα καινούριατης ζωής μας. Κάποια στιγμή μεγάλης συγκίνησης, η Κούλα είπε στην αδερφή   της, κοιτάζοντας εμένα: «ο Τόλης είναι το δικό μουτο παιδί, εγώ τον μεγάλωσα». 
         Έκανα ένα καταφατικό νεύμα χαμογελώντας όσο πιο γλυκά μπορούσα. Ναι, σίγουρα χρωστούσα πολλά στην Κούλα από την εποχή εκείνη της προσωρινής ορφάνιας μου αλλά φυσικά ούτε τώρα μπορούσα να τη δω με κάποιο τρόπο ως μητέρα μου. Όταν λοιπόν εξαντλήθηκε η ανταλλαγή πληροφοριών, το τυπικό και το ουσιαστικό της επίσκεψής μου, και σηκώθηκα να φύγω, ήταν προφανές  από την αμηχανία μας και παρά τις εκατέρωθεν υποσχέσεις, ότι η επανασύνδεσή μας θα έμενε εκεί.          
          Μια τελευταία αγκαλιά λοιπόν, κάποιες ευχές κι ένα αντίο και δεν ξαναείδα την Κούλα ποτέ πια. Δεν ξαναείδα ποτέ πια το καλό και όμορφο κορίτσι από την Κρήτη που είχε απαλύνει με την παρουσία του τα τραύματα των παιδικών μου χρόνων. 
 

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Η παλιά πήλινη σόμπα





σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρό μου
μέσα στη άχνα από το βάθος της πλατείας
κι ήταν το μέτωπό σου μια σταγόνα φως




                  Κατέβαινε ασυγκράτητος και παγερός απ’ την κοιλάδα του Αξιού και εισχωρούσε στη μεγάλη πόλη. Αψηφούσε τον ΄Αι Δημήτρη, το Εργατικό Κέντρο και το Τέταρτο Αστυνομικό, άφηνε τις προφυλακές του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη θάλασσα και τα ψαροχώρια απέναντι, με μια πνοή καταλάμβανε γη κι ουρανό. Καταλάμβανε την καρδιά της πόλης στην Πλατεία Δικαστηρίων, σκόρπιζε τα σύννεφα και σάρωνε κάθε επιφάνεια, στροβιλίζοντας χαρτιά και  σκόνη, κάνοντας τους διαβάτες να σκύψουν  το κεφάλι βαθιά μέσα στα πέτα και να τραπούν σε άτακτη φυγή. Αναμετρούσε τα σκυθρωπά μέγαρα και έμπαινε  ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές, πετούσε κάτω γλάστρες κι αναποδογύριζε καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, πηγαινόφερνε σπασμωδικά επάνω στα πλακάκια μια ξεφουσκωμένη μπάλα, ανέμιζε  επικίνδυνα στα μανταλάκια τα γυναικεία εσώρουχα με τα ξεθωριασμένα χρώματα και άλλοτε τα τύλιγε γύρω απ’ το σχοινί ή το σύρμα. Βροντοχτυπούσε τα ανασφάλιστα παντζούρια, τράνταζε τις πόρτες, γλιστρούσε μέσα από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα,  σφύριζε μακρόσυρτα και δυσοίωνα πάνω από τα βρεγμένα κεραμίδια της αποθήκης, εκεί όπου το καλοκαίρι ξάπλωναν νωχελικά δεκάδες αλητόγατες. Βαρδάρης ο άτεγκτος και απροσκύνητος, στοιχειό  της πόλης, της κάθε εποχής και ιδίως του χειμώνα. 

          Το σκοτάδι πύκνωνε γρήγορα στον ουρανό και τούφες-τούφες έπεφτε πάνω στις στέγες των σπιτιών, στους τοίχους και τα τζάμια. Το σκοτάδι  έμπαινε αθόρυβα σε όλους τους χώρους και θάμπωνε τα χρώματα, τους ενοίκους, τα έπιπλα.  Όμως η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία μες στην κορνίζα της επάνω απ’ το ντιβάνι σαν να χαμογελούσε αδιόρατα με το δικό της  φως. Στα μάτια περισσότερο του ώριμου άντρα που σαν να έβλεπαν μπροστά, δεξιά κι αριστερά, παντού μες στο σαλόνι. Σαν να έβλεπαν το γυαλιστερό βαρύ τραπέζι με το άδειο ανθοδοχείο, τριγύρω τις καρέκλες  από ξύλο οξιάς και από κάτω το παχύ χαλί, πιο εκεί την παλιά πήλινη σόμπα με τα ανάγλυφα πράσινα εφυαλωμένα λουλούδια, στον τοίχο απέναντι ένα πίνακα με καραβάκι στ’ αφρισμένα κύματα, τον σκούρο καφέ μπουφέ με το ρολόι στο ψηλότερο σημείο, το πάτωμα με τα γυμνά  σανίδια, τις ανοιχτές πόρτες που οδηγούσαν στα δύο υπνοδωμάτια, και την κλειστή για την κουζίνα και τους βοηθητικούς χώρους. Σαν να έβλεπαν μια οδυνηρή απουσία, σαν να στοχάζονταν και να θυμόνταν, σαν να ήξεραν.
               Ο  άντρας της φωτογραφίας ξαφνικά  εμφανίστηκε  με αργά βήματα από το μπροστινό δωμάτιο της πλατείας, κάθισε στα γόνατά του και κοίταξε μέσα στη σόμπα, ύστερα έριξε στις  πλάτες του ένα μπεζ παλτό και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το μακρόστενο πίσω μπαλκόνι. Τα καυσόξυλα ήταν στοιβαγμένα δίπλα στα μαύρα σιδερένια κάγκελα, αλλεπάλληλες σειρές, χαμηλότερες και μισοφαγωμένες όταν πλησίαζαν τη τζαμόπορτα. Ο άντρας βγήκε σκυφτός, έριξε μια ερευνητική ματιά προς τα πάνω, σούφρωσε τα χείλη και κατάφερε να μαζέψει μια μεγάλη αγκαλιά χοντρά ξύλα. Γύρισε ύστερα και μπήκε μέσα, ισορροπώντας αβέβαια, βρόντηξε με τον αγκώνα πίσω του την πόρτα, πέρασε την κουζίνα και τον διάδρομο και έφτασε στο σαλόνι. Απίθωσε τα ξύλα προσεκτικά μπροστά στη σόμπα, που είχε ανάψει τα χαράματα με το δαδί, άνοιξε  το προστατευτικό πορτάκι, ανακάτεψε με τη μασιά τα κάρβουνα μέσα στις στάχτες, διάλεξε τα πιο ξερά ξύλα και την ξαναγέμισε σταυρωτά ως επάνω. Όταν είδε τις φλόγες να φουντώνουν, σκούπισε τα ροζιασμένα χέρια του στο παλιό παλτό, τα έτριψε και τα χουχούλισε.    
            Ο άντρας με τα γαλανά μάτια περίμενε μερικά λεπτά και ύστερα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, νιώθοντας την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας. Με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη, σκεπασμένο ως τον λαιμό με χοντρές μάλλινες κουβέρτες, με το κεφάλι του να ακουμπάει βαθιά στο μαξιλάρι και την ανάσα του να βγαίνει σαν αγκομαχητό από στήθος που έβραζε,  βουβό και μισοναρκωμένο στο φαρδύ διπλό κρεβάτι , το μικρό αγόρι έκαιγε από πυρετό τριάντα-εννιά και μισό ή  σαράντα. 
            Ο άντρας με τα γαλανά σκεφτικά μάτια ακούμπησε την παλάμη του στο μέτωπο του παιδιού, την έχωσε μέσα απ’ τις πιτζάμες στο στήθος και τους ώμους του, κι ύστερα με κίνηση αποφασιστική  τύλιξε τον μικρό σε μια κουβέρτα και τον σήκωσε στην αγκαλιά του, ένιωσε το απαλό φλογισμένο πρόσωπο στο αξύριστο μάγουλο του. Κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί, αργά και προσεκτικά γύρισε στο σαλόνι και τον απέθεσε στο μεγάλο ντιβάνι, κάτω απ’ τη φωτογραφία, δίπλα στην πήλινη σόμπα που μπουμπούνιζε τώρα. Κουβάλησε δυο μαξιλάρια κι άλλη μία κουβέρτα, έσιαξε τα σκεπάσματα, ακούμπησε και πάλι το χέρι του στο μέτωπο του παιδιού, έκανε μια γκριμάτσα και κούνησε το κεφάλι του.   Στο μέσα δωμάτιο, ο μεγάλος ήταν βυθισμένος στον αδιατάρακτο ύπνο της πρώτης εφηβείας.
           Ο άντρας με τα γαλανά ανήσυχα μάτια έβγαλε το παλτό και το κρέμασε πλάι στην είσοδο, ξαναπήγε στην κουζίνα, έστυψε ένα ποτήρι λεμονάδα, έφερε νερό, οινόπνευμα  και ξύδι. Γύρισε μια καρέκλα απ’ το τραπέζι και κάθισε κοιτάζοντας τον μικρό με δείχτη και αντίχειρα γύρω απ’ το πηγούνι. Μάλλον ένα  συνηθισμένο κρυολόγημα, θα ανεβάσει πυρετό, δεν έχει ακροαστικά, είχε πει ο παιδίατρος το απόγευμα. Ο άντρας ανασήκωσε τον μικρό, παρά κάποιες πνιχτές λέξεις  διαμαρτυρίας, και του έδωσε να πιει τη λεμονάδα, γουλιά γουλιά. Τον γύρισε ύστερα, του έτριψε καλά με οινόπνευμα την πλάτη και το στήθος, του έβαλε καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες, του χάιδεψε τα μαλλιά και  τον ξανατύλιξε με τις κουβέρτες. Τις επόμενες ώρες,  καθόταν, σηκωνόταν και βημάτιζε πάνω κάτω, πήγε μια δυο φορές και σκέπασε καλύτερα τον μεγάλο μέσα, ξανακάθισε με τα μάτια πάντα στο ντιβάνι. Κατά διαστήματα, με δάκτυλα ελαφριά άγγιζε τον μικρό, του άλλαζε κομπρέσες στο μέτωπο  με ξύδι και νερό, του έβαζε ένα χοντρό θερμόμετρο στην αμασχάλη. Κάποτε ο υδράργυρος κατέβηκε, η αναπνοή του παιδιού έγινε λίγο πιο κανονική, ο ύπνος του κάπως πιο ήρεμος.                                        
           Ο άντρας με τα γαλανά  τρυφερά μάτια έμεινε εκεί να παρακολουθεί το κοιμισμένο αγόρι. Το βλέμμα του ύστερα πλανήθηκε στο σιωπηλό σαλόνι, είδε τον μικρό δείκτη του ρολογιού κάπου ανάμεσα στις πρώτες ώρες, αιωρήθηκε αργάστα έπιπλα σαν να το βάραινε η απουσία, ακούμπησε στιςπόρτες που οδηγούσαν στους κρύους άλλους χώρους τουσπιτιού. Το βλέμμα  του στάθηκε στη φωτογραφία πάνω απότο ντιβάνι. Μόνος ο άντρας, μόνη και η φωτογραφία μέσα στο σαλόνι. Τα δύο βλέμματα του ίδιου ανθρώπου σαν να άνοιξαν κουβέντα σιωπηλή, κουβέντα για τη φωτογραφία που έλειπε,για εκείνη που είχε φύγει, με τη μια ερώτηση να απαντάει στην άλλη.
          Κάποτε το ένα βλέμμα χαμήλωσε, ο άντρας σηκώθηκε με κουρασμένα βήματα, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και γύρισε με δυο ακόμη κουβέρτες, πιο παλιές αυτές και πιο τραχιές από την τρίφυλλη ντουλάπα, μετακίνησε τις καρέκλες από τη μέσα μεριά του τραπεζιού, άπλωσε τη μια κουβέρτα στο σανιδένιο πάτωμα δίπλα στο ντιβάνι και σκεπάστηκε με την άλλη. Πήρε και κράτησε το χέρι του άρρωστου παιδιού έτσι όπως κρεμόταν από το ντιβάνι, έως ότου κατά το πρωί τον πήρε κι εκείνον ο ύπνος.
            Η σιδερένια σόμπα ζεσταίνει και κρυώνει γρήγορα, η πήλινη ζεσταίνει αργά αλλά κρατάει τη ζέστη. Όλη τη νύχτα ήταν εκεί. Μέσα ο άντρας, το άρρωστο παιδί, ο μεγάλος. Μέσα η παλιά σόμπα, το ρολόι που χτυπούσε μελωδικά τις ώρες, και η απουσία. Έξω ο βαρδάρης, έξω το σκοτάδι.  Όλη τη νύχτα ο βαρδάρης θέριζε και ξύριζε, λυσσομανούσε, ανέβαινε τις σκάλες και χτυπούσε την εξώπορτα απειλητικά. Όλη τη νύχτα  η μεγάλη πήλινη σόμπα ακτινοβολούσε ζεστασιά. Απ’ το μανταλωμένο σιδερένιο στόμιο, απ’ τις τετράγωνες επιφάνειες με τα πράσινα
λουλούδια, απ’ τις χαραγματιές της που συγκρατούσε σύρμα, απ’  τα χοντρά μαύρα μπουριά που διέτρεχαν το σαλόνι. Ακόμη κι όταν κάηκαν τα ξύλα, ακόμη κι όταν κόντευαν να σβήσουν τα κάρβουνα μέσα στη στάχτη. Όλη τη νύχτα, ο άντρας με τα γαλανά, με τα σκεφτικά κι ανήσυχα, με τα τρυφερά μάτια,  ο πατέρας  μου, λαγοκοιμόταν στο σανίδι. Όλη τη νύχτα η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία πάνω από το άρρωστο αγόρι , πάνω από μένα, έβλεπε μπροστά, έβλεπε δεξιά κι αριστερά, έβλεπε παντού, μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, μ’ ένα αδιόρατο ίχνος πίκρας. 


Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Όταν έβγαινε η Κική ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα





όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο









            Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Υπήρχαν όμως μέγαρα. Ή έτσι τουλάχιστον τα ονόμαζαν. Τριώροφα έως πενταώροφα κτίσματα, συνήθως γκρίζα και γυμνά, με ψηλοτάβανα διαμερίσματα που όχι σπάνια μοιράζονταν δύο πολυμελείς την εποχή εκείνη οικογένειες. Με μαυροφορεμένη γιαγιά και ξαδέλφη απ’ το χωριό. Με σόμπα πήλινη ή σιδερένια και μπουριά στο σαλόνι, με φουφού, φανάρι και παγωνιέρα στην κουζίνα. Με την ταράτσα στην κορυφή της σκάλας για ν’ ανεβάζουν στρώματα τις καλοκαιρινές νύχτες μικροί και μεγάλοι. Και με στενόμακρα πίσω μπαλκόνια με τη μπουγάδα και στοίβες τα καυσόξυλα για τον χειμώνα.
            Κάτω από τον μισοκαμμένο και σε φάση ανακατασκευής Άι Δημήτρη, στην ανατολική πλευρά της ωκεάνιας Πλατείας Δικαστηρίων που ποτέ δεν δικαίωσε το όνομά της, ανάμεσα στα μέγαρα της Μητσαίων και τα μέγαρα της Φιλίππου, σχηματιζόταν μια αδιέξοδη πρασιά που, από τη μια μεριά κατέληγε στα μέγαρα της Αμύντα κι από την άλλη, σε κείνα της Αγνώστου Στρατιώτου. Τα νότια λοιπόν μπαλκόνια της Μητσαίων αντίκριζαν τα βόρεια πίσω μπαλκόνια της Φιλίππου και
το δικό μας πίσω μπαλκόνι από την Αγνώστου Στρατιώτου τα πλαγιοκοπούσε και τα δύο. Κάπως έτσι ήταν και κάπως έτσι παραμένει η γεωγραφία του χώρου.
          Το δικό μας πίσω μπαλκόνι ήταν για μένα γυμναστήριο, με κυρίαρχο βέβαια το στοιχείο της επίδειξης, ησυχαστήριο όπου κουβαλούσα και καταβρόχθιζα τα απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά της εποχής για λίγο μακριά από το πατρικό βλέμμα, και παρατηρητήριο. Από το σημείο εκείνο δεν μπορούσα βέβαια να
δω τη μέσα αυλή όπου  η κυρία Μ. έκανε μπάνιο ολοτσίτσιδες τη Λούλα και την Πόπη αλλά μπορούσα να παρακολουθώ τις πεινασμένες γάτες με ακροβατικές ικανότητες, μπορούσα να περιεργάζομαι τα τροφαντά  κουνέλια της Αρμένισσας και τα ετερόκλητα μυστηριώδη αντικείμενα που είχαν συσσωρεύσει στις γωνιές οι άλλοι ένοικοι της αυλής. Μπορούσα ακόμη κατά διαστήματα να ερεθίζω αρκετά τους γείτονες. «Τα φάγατε τα σίδερα», έσκουζε με στιγμιαία παρουσία στο άσπρο μέγαρο της γωνίας η γριά γκιόσα, όπως τη χαρακτήριζε άσπλαχνα ο πατέρας μου, πολύ πριν πάψω εγώ να τη φοβάμαι, πολύ πριν μάθω η λέξη τι σημαίνει. Παρατηρητήριο και γιατί μπορούσα, κοιτάζοντας προς τα πάνω, να περιμένω και να περιμένω μήπως κάποτε εμφανιστεί στο δικό της μπαλκόνι η Κική.
          Η Κική ήταν συμμαθήτριά μου στο ταπεινό δημοτικό της γειτονιάς απέναντι από το φημισμένο Πειραματικό Σχολείο. Κάπου εξήντα παιδιά χρόνια ολόκληρα στην ίδια αίθουσα με τη φοβερή και τρομερή κυρία Μπέλλα στην έδρα, ογκώδη, κουτσή και γηραλέα, με σκαμμένο πρόσωπο πάνω από το μεγάλο της πηγούνι, και με τη βίτσα στο δεξί της χέρι. Τη δική μας κυρία Μπέλλα. Με την τσακαλοπαρέα αγγελική στα πίσω πάντοτε θρανία και την Κική να λάμπει μπροστά και πλάγια σε πλήρη θέα.
           Σαν παιδί μπορούσα να επισημάνω ακαριαία το ουσιώδες και το ουσιώδες ήταν ότι η Κική είχε ιδιοποιηθεί με απόλυτη φυσικότητατην ασάφεια του ονείρου. Ίσως να έφταιγε εκείνη η διάφανη ομίχλη που  την τύλιγε και που κανένας άλλος δεν διέκρινε. Ίσως και να θάμπωναν τα μάτια μου από το φως που εξέπεμπε μόνο για μένα, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς γέννημα της παιδικής μου φαντασίας.Το βέβαιο ήταν πως δεν έβλεπα ένα ψηλό λεπτό κορίτσι εντεκάχρονομε αρμονικά χαρακτηριστικά αλλά μια ουσία ρευστή και φλογισμένη που δεν τολμούσα να πλησιάσω, που το περίγραμμά της είχε ήδη γεμίσει τα μάτια μου. Έτσι, άλλο εννοούσε η δασκάλα όταν έλεγε Κική, άλλο η γιαγιά της, άλλο οι συμμαθητές και οι φίλες της και άλλο εγώ, σίγουρα άλλο εγώ.
             Οι έξι ώρες στο σχολείο δεν έφταναν με τα κορίτσια έτοιμα για το ψου-ψου και το πνιχτό γελάκι. Οι βουτιές που έκανα στο χώμα, παίζοντας μπάλα μπροστά στον Άγιο Νικόλαο και κάτω από το μπροστινό της μπαλκόνι, δεν έφταναν. Δεν έφταναν τα γκολ που κάποτε και με ηρωικές προσπάθειες πετύχαινα. Έπρεπε να τη βλέπω με την άνεσή μου στο πίσω το μπαλκόνι, το δικό της του τελευταίου ορόφου, το δικό μου μόνο του δεύτερου. Ίσως και γιατί εκεί είχα την αίσθηση ότι δεν τη μοιραζόμουν με ξένους και άσχετους, ότι τελείως αδιάφορος πίσω από τις αστυνομικές σελίδες της Μάσκας, μπορούσανα την απολαμβάνω ακίνδυνα. 
             Έβγαινε λοιπόν η μεγάλη αδελφή  της και η ξαδέλφη της, έβγαινε και έμπαινε η γιαγιά της, μια ασπρομάλλα αρχοντογυναίκα που ξεφυσούσε σε κάθε κίνηση, έβγαινε και ο ξάδελφος της και φίλος μου, ο Βασιλάκης. Ε, κάποτε έβγαινε και η Κική. Έβγαινε η Κική ανάμεσα σε κρεμασμένα ρούχα και καυσόξυλα και ακουμπούσε νωχελικά τα λευκά μπράτσα της στα κάγκελα χωρίς να βλέπει πουθενά. Ύστερα γύριζε λίγο το κεφάλι δεξιά, κοιτούσε ώρα πολύ ίσια
μπροστά και, σαν να είχε θυμηθεί κάτι απροσδιόριστο, έστρεφε κάποια αιώνια στιγμή και προς το μέρος μου. Στον ελάχιστο χρόνο που έκανε το βλέμμα της να ευθυγραμμιστεί με το δικό μου, εγώ είχα ταμπουρωθεί πίσω από τις σελίδες και συλλάβιζα τις λέξεις που με τρόπο μαγικό θα μ’ έκαναν ιπτάμενο ήρωα της εποχής γιανα εκτοξευτώ στον μίζερο ουρανό και  να τη συγκλονίσω με την ακαταμάχητη παρουσία μου. Όταν τολμούσα τελικά να ξεμυτίσω,η Κική είχε αποχωρήσει στα ενδότερα.
          Αυτή η ιεροτελεστία συνεχίστηκε επί δύο ή τρία χρόνια, από την τετάρτη ως την έκτη δημοτικού. Εκείνη σίγουρα όλα τα καταλάβαινε με το αλάνθαστο, έστω και πρώιμο, θηλυκό της ένστικτο, σαν τις αρπακτικές γάτες της γειτονιάς που οσμίζονταν το φαγητό απ’ τα πενήντα μέτρα,  άσχετα αν καμιά φορά όταν πλησίαζαν δεν το έβρισκαν της αρεσκείας τους. Και βέβαια θα πρέπει να την
κολάκευε η άνευ όρων παράδοσή μου παρά τις απελπισμένες προσπάθειές μου να επιδείξω ψυχραιμία. Την κολάκευε ως το σημείο που δεν την ενοχλούσε και ο απόηχος από τα μάλλον ειρωνικά της σχόλια είχε φτάσει σε μένα μετά περίπλοκη διαδρομή από τον Λαζαράκη , τον Φουστάνα με το παρατσούκλι, έναν από τους πιο στενούς μου φίλους.
           Εγώ τα αγνοούσα  όλα και συνέχιζα απτόητος. Συνέχιζα, τι; Αυτά τα ελάχιστα και μια-δυο φορές με φίλους από τη γειτονιά να τραγουδάω  παράφωνα το βράδυ ερωτικά σουξέ της εποχής, περνώντας τάχα τυχαία κάτω από το σπίτι της. Συνέχιζα να παραδέρνω ανάμεσα σε μια διαρκή υποψία γελοιοποίησης και μιαν αβάσιμη ελπίδα. Συνέχιζα ώσπου ήρθε μια μέρα η γιαγιά της στο σχολείο και κεραυνοβολήθηκα  όταν την είδα, έχοντας πλήρη επίγνωση της ενοχής μου. Ήρθε να διαμαρτυρηθεί με ορεσίβια προφορά του ονόματός μου, που μάλλον αδικούσε την επιβλητική εμφάνισή της. Γιατί ο μικρός τους ενοχλούσε με τις καντάδες, τις φιγούρες του  και τ’ άλλα.                                     
          Η κυρία Μπέλλα την άκουσε προσεκτικά, αποστρέφοντας χαρακτηριστικά τους οφθαλμούς, και τη διαβεβαίωσε ότι θα επιλαμβανόταν του θέματος. Όταν έφυγε, μου τράβηξε μια γερή κατσάδα μέσα στην τάξη αλλά δεν με έδειρε με τη χερούκλα της όπως είχε κάνει σε αναλόγου μεγέθους παραπτώματά μου στο
παρελθόν. Ακούστηκε μάλιστα να μονολογεί με μια γκριμάτσα αηδίας, «έφερε κι αυτή τη γιαγιά της στο σχολείο».
            Σύντομα ακολούθησε, ως πρωτοτυπία, και δεύτερη χαριστική βολή. Μου ψιθύρισαν ότι η Κική δεν έβγαινε στο πίσω μπαλκόνι για να δει εμένα, ούτε καν τυχαία, αλλά για να ανταλλάξει οπτικά σινιάλα με τον Ιάσονα απέναντι, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, είχε το μοναδικό ποδήλατο της γειτονιάς και ήταν ομολογουμένως πιο ωραίος ή ωραίος σκέτα.

           Έχουν περάσει από τότε πάνω από σαράντα πέντε χρόνια. Με όλα όσα αυτά σημαίνουν. Την Κική δεν την ξαναείδα ποτέ. Ούτε καν σαν υποψία σε κάποιο δρόμο. Κι ας μέναμε στα ίδια σπίτια και στην ίδια πόλη το μεγαλύτερο διάστημα. Λες και είχε προσβληθεί θανάσιμα ο θεός των ανέλπιδα ερωτευμένων, ο θεός των μικρών και των ηττημένων, και απομάκρυνε τα βήματά μου από την παρουσία της, με τον ίδιο τρόπο που πριν εκεί τα οδηγούσε. Μια-δυο φορές μονάχα άκουσα να αναφέρεται το όνομά της χωρίς να ρωτήσω, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Όμως κάπου βαθιά μέσα μου η Κική υπάρχει. Ακέραια και εκθαμβωτική όπως τότε. Ίσως για να  μου θυμίζει με τρόπο τελειωτικό αυτά που στη ζωή μας δεν μας
δόθηκαν. Αυτά που ξέρουμε καλά πως είναι αδύνατο να μας δοθούν.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Requiem για ένα σπάταλο άνθρωπο



 
 σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
 σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
 και μεταγγίζεται στα μάτια των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει





         Ήταν οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού και οι πρώτες διακοπές μου στη θάλασσα μετά αρκετά χρόνια, το σώμα μου είχε αρχίσει να χαλαρώνει  και το μυαλό μου να ανασαίνει με μιαν αίσθηση γαλήνης. όταν ξαφνικά με κάλεσαν στον τηλεφωνικό θάλαμο του ξενοδοχείου. Η μακρινή ανδρική φωνή θέλησε πρώτα να επιβεβαιώσει το όνομά μου και ύστερα με πληροφόρησε. με επαγγελματικά συλλυπητήρια, ότι ο πατέρας μου είχε αποβιώσει το περασμένο βράδυ και να μην ανησυχώ γιατί εκείνοι είχαν σπεύσει πρώτοι και θα διεκπεραίωναν όλες τις διατυπώσεις, αρκεί  βέβαια να έλεγα στη μητέρα μου να μην αναθέσει τη δουλειά σε κάποιον ανταγωνιστή που είχε μπλεχτεί χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα. Στη μητέρα μου, σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα χωρισμένη απ’ τον πατέρα μου και με δική της νέα οικογένεια, που είχαν βρει το όνομά της στα χαρτιά του. Τον ευχαρίστησα, του είπα ότι η απόφαση ήταν της μητέρας μου και ότι θα γύριζα αμέσως στη Θεσσαλονίκη.
          
        Πάνε τώρα σαράντα τόσα χρόνια που σταμάτησε η καρδιά του κι έχω ακόμη πικρή στο στόμα τη γεύση του κεραυνού. Αφού δεν αξιώθηκα να βρίσκομαι κοντά του τις τελευταίες του στιγμές, μήπως και αλαφρώσω κάπως τη μοναξιά του, μήπως και του κλείσω εγώ τα μάτια, δεν θέλησα ποτέ να πάω στον τάφο του ή να τον μνημονεύσω με κάποιο τρόπο τυπικό.  Το δικό μου μνημόσυνο ήταν τα ποιήματα που του  έγραψα,  ποιήματα  που  αγαπήθηκαν. Του έγραψα και  διηγήματα, του αφιέρωσα βιβλία, έδωσα το όνομά του στον γιο μου  και του μίλησα για τον παππού του, όχι μόνο δεν τον ξέχασα ούτε στιγμή αλλά είναι πάντα ζωντανός μέσα μου, εγώ είμαι πια εκείνος. Ακόμη και τώρα, αν τύχει να δω ξαφνικά στον δρόμο από    πίσω κάποιον μεγάλο άνθρωπο με ρεπούμπλικα που μου φαίνεται ότι του μοιάζει, η καρδιά μου χοροπηδάει και πάω να προφέρω τη   λέξη «μπαμπά».  Τέτοια εντελώς μάταια πράγματα έχω κάνει και συνεχίζω να κάνω. Μερικές φορές δακρύζω αργά το βράδυ μόνος στον καναπέ δίπλα στη μεγάλη βιβλιοθήκη.  Όπως τώρα που γράφω αυτή την ιστορία.
             
       Αντιπαθώ τους μικρούς ανθρώπους που, σαν λογιστές με μαύρα μανίκια,  μετρούν και ζυγίζουν το κάθε τι και το καταχωρούν στα κέρδη ή τις ζημίες. Μετράνε  κι αποταμιεύουν χρήματα, μέρες και μήνες, την ίδια την ανούσια ζωή τους. Αυτό το σύντομο πέρασμα εγώ το βλέπω σαν μια φλόγα καυτή ή έναν πυρετό που είναι προορισμένος να κερδίσει τελικά τη μάχη, να μετουσιωθεί μέσα
στο χώμα και ύστερα να ξαναφουντώσει σε κάποιο άλλο κορμί. Είναι   μεγάλη περηφάνια να γνωρίσεις την αγάπη, να τη δεχτείς, μα πολύ περισσότερο να τη δώσεις, κι αυτή την περηφάνια πρέπει να την ένιωσε ο πατέρας μου. Γιατί πρόσφερε την ψυχή του μ’ ένα τρόπο ανεπιφύλακτο  μα και βασανιστικό, όπως η απεραντοσύνη που το σπέρμα της βρίσκεται μέσα μας. Την πρόσφερε στη μητέρα
 μου  κι ήμουν εγώ που φωτίστηκα από την πλούσια αντανάκλασή της.
        
       Ήταν στ’ αλήθεια ένας σπάταλος άνθρωπος. Κασόνια έρχονταν τα φρούτα στο σπίτι, τενεκέδες τα τυριά, οι ελιές τα λάδια, κι όταν έβρισκε κάτι καλύτερο, έλεγε «πέταξε το παλιό, πρέπει να χάλασε». Εκείνη την εποχή η δουλειά του πήγαινε καλά και το αύριο δεν υπήρχε. Με έπαιρνε και βγαίναμε μαζί  τα βράδια, τρώγαμε στο εστιατόριο, πηγαίναμε μετά στο σινεμά ή το θέατρο και συχνά καταλήγαμε στο ζαχαροπλαστείο του Λίγδα, γωνία Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας.  Όταν πια έπρεπε να γυρίσουμε στο σπίτι, έλεγε «είσαι κουρασμένος και νυστάζεις, ας πάρουμε ένα ταξί».  Σπάταλος σε μια δύσκολη εποχή.  Μα πιο σπάταλος ήταν στην οργή, πιο
σπάταλος στην αγάπη του.
        
      Δύσκολος άνθρωπος να ζήσεις μαζί του. Μερικές φορές, αμέσως μετά την προσφορά, έρχονταν ο μεγάλος θυμός  και οι φωνές για κάτι ασήμαντο κι ύστερα πάλι όλα καταλάγιαζαν σε τρυφερό χάδι, σαν να καταλάβαινε και να ζητούσε κάποιου είδους συγγνώμη. Τρεις πόλεμοι κι ένας ξεριζωμός δεν είναι λίγο. Πειράζουν τα νεύρα, ίσως σε κάνουν να πιστέψεις πως τούτο δω το δευτερόλεπτο  είναι ολόκληρη η ζωή και πρέπει να τη ζήσεις με ακέραια την ένταση εβδομήντα ή ογδόντα χρόνων.
            
        Ο χωρισμός του με τη μητέρα μου τον τσάκισε. Κι εκείνο που τον κράτησε 
ως το τέλος ήταν ότι περίμενε, παράλογα κι απελπισμένα, με κάποιο τρόπο οποιονδήποτε εκείνη να γυρίσει. Κι ύστερα υπήρχαν τα παιδιά  κι ήμουν εγώ ο μικρότερος  που είχε μεγαλύτερη ανάγκη.
            
         Δεν είναι παράξενο ότι πιο ζωντανά από οτιδήποτε  άλλο θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια κοντά του. Θυμάμαι την Πλατεία Δικαστηρίων βουτηγμένη στη βροχή, τη θαμπή πινακίδα απέναντι του Τέταρτου αστυνομικού τμήματος.  Ακουμπούσα το μέτωπο στο τζάμι  κι ώρα πολλή με υπνώτιζε η ερημιά του τοπίου. Τα μελαγχολικά μέγαρα που λες και δεν κατοικούνταν από ανθρώπους με σάρκα και οστά αλλά στοιχειά με λούκια για φλέβες και καρδιά μιαν υδραντλία. Η βροχή κατέβαζε πέτρες και λάσπη από την Πάνω Πόλη και τα απίθωνε στα πόδια μας, 
να φτιάξουμε χαβούζες, να τσαλαβουτήσουμε με απόλαυση. 

           Θυμάμαι το παλιό ντιβάνι  κοντά στη σόμπα, όπου έκαιγα με σαράντα πυρετό κι εκείνος είχε στρώσει μια κουβέρτα στο πάτωμα κι όλη τη νύχτα μου έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο, μου έδινε ροφήματα, μου χάιδευε το μέτωπο, μου κρατούσε το χέρι.  Θυμάμαι   όταν ξυπνούσα μέσα στη νύχτα με φρικτούς εφιάλτες  και έψαχνα το ροζιασμένο χέρι του να πάρω δύναμη και βεβαιότητα. Θυμάμαι όταν με έσφιξε με δύναμη στα γόνατα του στην καρέκλα μπροστά στο  μεγάλο τραπέζι καθώς ο γιατρός μου έκανε την παρακέντηση στο αυτί σε λίγα δευτερόλεπτα οξύτατου πόνου.  Θυμάμαι τη φωτογραφία στο σαλόνι με κείνο το γλυκό χαμόγελο, τα ματιά που σε κοίταζαν σ’ όποια γωνιά κι αν ήσουν. Θυμάμαι τους πέντε παλιούς τόμους των Αθλίων που διάβασα πολλές φορές κι ήταν τα μόνα βιβλία που διασώθηκαν απ’ όσα είχε στο σακίδιό του στον πόλεμο.  Θυμάμαι το βαρύ του πανωφόρι στο πορτμαντό που είχε πάντοτε κάτι στην τσέπη  του για μένα και το τάβλι που παίζαμε στο μπαλκόνι και κέρδιζα εγώ. Θυμάμαι την παλιά σεζλόνγκ όπου ξάπλωνε το μεσημέρι, θυμάμαι τις ιστορίες για τη μικρασιατική εκστρατεία που μου έλεγε για να κοιμηθώ και  έπαιρνε τελικά πρώτα εκείνον ο ύπνος.  Θυμάμαι ακόμη την καρδιά του που πονούσε ξαφνικά κι  έτρεχα εγώ μέσα στη νύχτα να ψάξω φαρμακείο ανοιχτό.  Και πόσα δεν θυμάμαι.
            
       Δυο πράγματα όμως θα τα πάρω μαζί μου όταν φύγω. Πώς φωτιζόταν το πρόσωπό του όταν μιλούσε για τη μητέρα μου, έστω και με επιφανειακό πείσμα ή πικρία, κι αργότερα  όταν πτώχευσε κι ένα διάστημα προφυλακίστηκε για χρέη, πώς μου έδωσε μιαμέρα που τον επισκέφτηκα, το τελευταίο του, όπως έμαθα αργότερα,  δεκάρικο για να πάω σινεμά.

        Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς λειτουργεί αυτό που ονομάζεται ανθρώπινη δικαιοσύνη. Κι ακόμη πιο πολύ  αδυνατώ να καταλάβω τους δρόμους που παίρνει η ζωή. Και πώς είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να πεθάνει έρημος και μόνος.
Όπου κι αν περιπλανιέται, σε αέρα ή θάλασσα, σε βουνοκορφή ή στην καυτή άσφαλτο, στην τούρκικη πόλη που τον γέννησε, ίσως στοιχειό αγαθό στην ίδια την Πλατεία Δικαστηρίων, ας αναπαύεται η τρυφερή ψυχή του. Γιατί όσο κι αν είναι αφόρητος ο πόνος και η αγάπη, κάποτε γίνονται ρίζες  δέντρου που περιμένει μια καινούρια άνοιξη.